11/7/12

Stonewall Inn


Κάθε χρόνο οι LGBT κοινότητες ανά τον κόσμο συμμετέχουν στα Gay Pride, προκειμένου να δηλώσουν την ύπαρξη της ομοφυλοφιλίας ως  πτυχή της κοινωνίας που ζούμε και να θυμίσουν στους πολίτες της ότι το δικαίωμα στην ισονομία και η ελευθερία στο να αυτοπροσδιορίζεσαι δεν έχουν ψιλά γράμματα και προϋποθέσεις. Σε κάποιες χώρες, τα φεστιβάλ υπερηφάνειας απολαμβάνουν την αποδοχή όχι μόνο των τοπικών αρχών, συμμετέχοντας με πολιτικούς εκπροσώπους στην πολύχρωμη αυτή γιορτή, αλλά και της τοπικής κοινωνίας, αφού η παιδεία και η δημοκρατικότητα των χωρών αυτών έχει σχεδόν εξαλείψει την ομοφοβία και τον δογματισμό από την κουλτούρα τους. Σε κάποιες άλλες πάλι, τα φεστιβάλ αντιμετωπίζουν την έντονη αποδοκιμασία από τις αρχές, οι οποίες με τις ρατσιστικές τους δηλώσεις ενισχύουν τις ομοφοβικές αντιδράσεις κάποιων ακραίων ομάδων. Όμως, πώς ξεκίνησε ο θεσμός των φεστιβάλ υπερηφάνειας;

Όλα ξεκίνησαν στις 8 Ιουνίου του 1969, στην Νέα Υόρκη των ΗΠΑ. Για την ακρίβεια, τα γεγονότα δεν ξεκίνησαν τότε, μιας και η καταπίεση της σεξουαλικότητας των αμερικανών αποτελούσε για πολλές δεκαετίες μέρος του “ορθού δόγματος”, πάνω στο οποίο χτίστηκε το οικοδόμημα της αμερικανικής κοινωνίας. Μετά τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο και καθ’ όλη τη διάρκεια του 20ου αιώνα είναι γνωστό ότι οι Αμερικανικές Αρχές προσπάθησαν να ξεριζώσουν τον κομμουνισμό και τις αριστερές και φιλελεύθερες αντιλήψεις, πιστεύοντας ότι απειλούσαν το κράτος και την έννομη τάξη. Μία τέτοιου είδους απειλή αποτελούσε και η ομοφυλοφιλία, αφού “ωθούσε” τους πολίτες σε ανήθικες και αναίσχυντες πράξεις, παρασύροντάς τους μακριά από “το δρόμο του Θεού”. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ψηφίστηκε μία σειρά από καταπιεστικούς νόμους, οι οποίοι εν ολίγοις απαγόρευαν την εκδήλωση ομοφυλοφιλικής συμπεριφοράς σε δημόσιους χώρους. το cross-dressing, τα gay bars, ενώ οι γυναίκες έπρεπε να φορούν τρία τουλάχιστον είδη ρουχισμού, τα οποία να ταυτοποιούνται ως γυναικεία. Χιλιάδες gay άνδρες και γυναίκες εξευτελίζονταν δημόσια, παρενοχλούνταν, απολύονταν, συλλαμβάνονταν ή υποχρεούνταν ακόμα και σε εισαγωγή σε ψυχιατρεία. Πολλοί ζούσαν διπλές ζωές, όντας παντρεμένοι με παιδιά, μία δεύτερη ζωή…κρυφή, υπό τον φόβο της δημόσιας κατακραυγής.


Μέσα σε αυτό το κλίμα της κοινωνικής καταπίεσης, ορισμένες περιοχές όπως το Greenwich Village και το Harlem αποτέλεσαν το καταφύγιο της gay κοινότητας. Αν και οι διώξεις από τις αστυνομικές αρχές υπήρξαν αρκετά ασφυκτικές, κλείνοντας gay bars και ανακαλώντας τις άδειες πώλησης αλκοολούχων ποτών, συλλαμβάνοντας πολίτες με την παραμικρή υποψία ομοφυλοφιλικής συμπεριφοράς, ωστόσο τα μαγαζιά που ελέγχονταν από τη μαφία, δωροδοκούσαν τους αστυνομικούς, κερδίζοντας με αυτόν τον τρόπο την ησυχία και την εμπιστοσύνη της πελατείας τους. Έτσι και το Stonewall Inn ανήκε στην “οικογένεια” Genovese, η οποία επένδυσε κεφάλαια προκειμένου να το μετατρέψει σε gay bar, αφού πρώτα το λειτουργούσε σαν εστιατόριο και κατόπιν ως night club για ετεροφυλόφιλους. Κάθε εβδομάδα, ένας αστυνομικός εισέπραττε τη μίζα του, προκειμένου να παραβλέψει το γεγονός ότι το μαγαζί δεν διέθετε άδεια για αλκοολούχα ποτά, ούτε εξόδους κινδύνου, ενώ οι θαμώνες συχνά επιδίδονταν σε διάφορες “περίεργες” συναλλαγές. Ο πορτιέρης, προκειμένου να εμποδίσει τους μυστικούς πράκτορες των αστυνομικών αρχών να διεισδύσουν στο μαγαζί, έκανε ένα είδους face control: επέτρεπε την είσοδο μόνο σε όσους γνώριζε ή έμοιαζαν gay. Αν πάραυτα, η αστυνομία κατάφερνε να μπει στο bar, αλλά λόγω των έντονα καχύποπτων βλεμμάτων εντοπίζονταν από το προσωπικό του μαγαζιού, φωτεινοί προβολείς έδιναν αμέσως το σήμα να σταματήσει ο χορός και τα αγγίγματα. Επιπλέον, το Stonewall Inn ήταν το μοναδικό gay bar όπου επιτρεπόταν ο χορός κι επομένως αποτελούσε το νούμερο ένα προορισμό διασκέδασης των ομοφυλόφιλων.

Ειδικά εκείνη την περίοδο του ’69, οι αστυνομικές επιδρομές ήταν όλο και πιο συχνές. Αν και τις περισσότερες φορές η διεύθυνση των gay bars λάδωνε προκειμένου να μάθει για την επικείμενη επιδρομή και να προειδοποιήσει τους θαμώνες εγκαίρως, τον τελευταίο καιρό, λίγο πριν τις 28 Ιουνίου, οι απροειδοποίητες έφοδοι των αστυνομικών είχαν κάπως αναστατώσει την gay κοινότητα, μιας και αρκετά gay bars, όπως το Checkerboard και το Tele-Star έκλεισαν. Στις 28 Ιουνίου του ’69, κατά τις 1:20 το πρωί του Σαββάτου, τέσσερις αστυνομικοί με πολιτικά, δύο αστυνομικοί περιπολίας και ο ντετέκτιβ Charles Smythe μαζί με τον βοηθό επιθεωρητή Seymour Pine κατέφθασαν στο Stonewall Inn, φωνάζοντας «ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ!! Το μαγαζί είναι δικό μας!» Ήδη, δύο άνδρες και δύο γυναίκες μυστικοί πράκτορες είχαν διεισδύσει από νωρίς στο χώρο, προκειμένου να συλλέξουν τις απαραίτητες αποδείξεις, ενώ το Ηθών περίμενε απέξω για το σύνθημα εφόδου. Η μουσική σταμάτησε, τα φώτα άναψαν, ενώ 200 περίπου θαμώνες, προσωπικό και η διεύθυνση του μαγαζιού έμειναν εμβρόντητοι, καθότι δεν είχαν ξαναζήσει μια αστυνομική επιδρομή. Κάποιοι που αντελήφθησαν πιο γρήγορα τι συνέβαινε, άρχισαν να τρέχουν προς τις εξόδους και τα παράθυρα. Όμως, η αστυνομία είχε ήδη φράξει όλες τα σημεία διαφυγής.


Σύμφωνα με την προβλεπόμενη διαδικασία, η διεύθυνση και το προσωπικό του bar συλλαμβάνονταν επί τόπου, ενώ οι θαμώνες έπρεπε να σχηματίσουν μία σειρά και να δείχνουν τις ταυτότητές τους στην αστυνομία. Οι γυναίκες αστυνομικοί συνόδευαν στις τουαλέτες όσους ήταν ντυμένοι γυναίκες, προκειμένου να εξακριβώσουν το φύλο τους και να συλλάβουν όλους τους cross-dressers. Ωστόσο, όλα εκείνο το βράδυ πήγαν στραβά. Όσοι ήταν ντυμένοι με γυναικεία ρούχα αρνήθηκαν να τους γίνει σωματικός έλεγχος από τους αστυφύλακες, ενώ όσοι περίμεναν στην ουρά διαμαρτύρονταν εντόνως και δεν έδιναν τα στοιχεία τους στις αρχές. Έτσι, η αστυνομία αποφάσισε να τους μαζέψει όλους και να τους πάει στο Τμήμα, αφού πρώτα ξεχώρισε τους cross-dressers στο πίσω μέρος του μπαρ.

Η Maria Ritter, της οποίας το πραγματικό όνομα ήταν Steve θυμάται… «Ο μεγαλύτερος φόβος μου ήταν να με συλλάβουν. Ο δεύτερος μεγαλύτερος φόβος μου ήταν να βάλλουν την φωτογραφία μου με το φόρεμα της μαμάς μου στις εφημερίδες και στην τηλεόραση!»

Τα αίματα άναψαν για τα καλά όταν κάποιοι αστυφύλακες άρχισαν να παρενοχλούν σεξουαλικά κάποιες από τις λεσβίες, αγγίζοντάς τις με ανάρμοστο τρόπο κατά τη διάρκεια σωματικού ελέγχου. Εντωμεταξύ, οι συλληφθέντες περίμεναν τα μεταγωγικά οχήματα, τα οποία είχαν αργήσει, προκειμένου να μεταφερθούν στο  Τμήμα, ενώ όσοι αφέθηκαν ελεύθεροι παρέμεναν έξω από το μαγαζί μαζί με άλλους περαστικούς που θορυβήθηκαν από τις σειρήνες των περιπολικών και τη φασαρία, γιουχάροντας του αστυνομικούς,  και χαιρετώντας τους με ειρωνικές επευφημίες. Οι αστυνομικοί, ενοχλημένοι από αυτή την αντιμετώπιση, άρχισαν να γίνονται πιο βίαιοι στις κινήσεις τους, τραβώντας κόσμο από τα μαλλιά και περιστρέφοντας  καρπούς.



Όταν έφτασε το πρώτο μεταγωγικό, ο Επιθεωρητής Pine θυμάται ότι το πλήθος ήταν τουλάχιστον δέκα φορές περισσότερο από τους συλληφθέντες. Κατά τη διάρκεια της επιβίβασης της Διεύθυνσης και των εργαζομένων του μπαρ στο μεταγωγικό, κάποιος φώναξε “Gay power!”, ενώ κάποιος άλλος άρχισε να τραγουδά το “We shall overcome”. Τότε το πλήθος αντέδρασε με μεγαλύτερο ενθουσιασμό και διαρκώς αυξανόμενη εχθρικότητα. Την ίδια στιγμή, ένας αστυφύλακας έσπρωξε μία τραβεστί, η οποία ανταπέδωσε χτυπώντας τον με το τσαντάκι στο κεφάλι. Το κερασάκι στην τούρτα υπήρξε η διαμαρτυρία μιας λεσβίας για τις χειροπέδες που ήταν υπερβολικά σφιχτές, η οποία στην προσπάθειά της να διαφύγει πάλεψε με τέσσερις αστυφύλακες, βρίζοντας και φωνάζοντας στο πλήθος … «Γιατί ρε παιδιά δεν κάνετε κάτι;». Τότε το πλήθος αγρίεψε, προσπαθώντας να αναποδογυρίσει το μεταγωγικό. Κάποιος φώναξε πως η έφοδος έγινε επειδή οι “μπάτσοι” δεν λαδώθηκαν αρκετά και τότε κάποιος άλλος είπε «Ας τους πληρώσουμε τότε!». Χιλιάδες νομίσματα και κουτάκια μπύρας πετάχτηκαν στους αστυνομικούς, αποκαλώντας τους “γουρούνια” και “αδερφές”. Οι αστυνομικοί, αν και λιγότεροι, έσπευσαν να διαλύσουν το αγριεμένο πλήθος, το οποίο κατέφυγε σε κοντινή οικοδομή, όπου υπήρχαν στοίβες από τούβλα.

Ο Michael Fader, θαμώνας του Stonewall, εξηγεί ότι υπήρχε η αίσθηση ότι δεν πάει άλλο, ότι ανεχτήκαν αρκετά όλα αυτά τα χρόνια και χωρίς να είναι η αντίδραση του κόσμου οργανωμένη, όλος αυτός ο θυμός και η οργή βγήκε στην επιφάνεια εκείνο το βράδυ. Για πρώτη φορά, η gay κοινότητα λειτούργησε συλλογικά, με δυναμισμό και αποφασιστικότητα, αποπνέοντας μία αίσθηση ελευθερίας, η οποία στην ουσία ενδυνάμωνε την εκρηκτικότητα του πλήθους. Αυτό ξάφνιασε την Αστυνομία, η οποία ήταν συνηθισμένη στην παθητικότητα των ομοφυλόφιλων, οι οποίοι μέχρι τότε απλά ζούσαν με τον φόβο και αποδέχονταν την μοίρα τους.

Σκουπίδια, κάδοι απορριμμάτων, μπουκάλια, πέτρες και τούβλα που πετάχτηκαν κατά των αστυνομικών, βρήκαν στόχο και το ίδιο το Stonewall Inn, σπάζοντας τα παράθυρα και προκαλώντας ζημιές. Οι αστυνομικοί φοβούμενοι το αγριεμένο πλήθος οπισθοχώρησαν εντός του μπαρ, προκειμένου να προφυλαχθούν. Η Sylvia Rivera, τραβεστί, θυμάται… «Μας συμπεριφερόντουσαν τόσα χρόνια σαν ζώα, τώρα ήταν η δική μας σειρά! Ήταν από τις σπουδαιότερες στιγμές της ζωής μου. Ο όχλος έβαζε φωτιά στα σκουπίδια και τα πέταγε μέσα από τα σπασμένα παράθυρα στους αστυνομικούς. Όταν το πλήθος μπήκε εξαγριωμένο μέσα στο μπαρ, οι αστυνομικοί έβγαλαν τα όπλα τους και απείλησαν πως θα ρίξουν!» Την τελευταία στιγμή κατέφθασε η Πυροσβεστική, κατασβήνοντας στην κυριολεξία τόσο το κτίριο όσο και την επικίνδυνα εκρηκτική ατμόσφαιρα. Η “μάχη” διήρκησε περίπου 45 λεπτά.


Όταν κατέφθασε στην περιοχή επιπλέον αστυνομική δύναμη για να απεγκλωβίσει τους αστυνομικούς από το φλεγόμενο μπαρ, το πλήθος άρχισε να ζητωκραυγάζει και να τραγουδάει το εξής στιχάκι:

«Είμαστε τα κορίτσια του Stonewall / Έχουμε τα μαλλιά μας μπούκλες / Δεν φοράμε εσώρουχα / Δείχνουμε το ηβικό μας τρίχωμα.»

(“We are the Stonewall girls/ We wear our hair in curls/ We don't wear underwear/ We show our pubic hairs")

Ο θυμός των αστυνομικών από την ταπείνωση που υπέστησαν θέριεψε σε τέτοιο βαθμό, ώστε να επιτεθούν στο πλήθος με τα κλομπ χτυπώντας ανελέητα όποιον βρισκόταν μπροστά τους. Ο Επιθεωρητής Pine θυμάται ότι όλα ξεκίνησαν όταν οι τραβεστί αρνήθηκαν να μπουν στο μεταγωγικό, ενώ ένας περαστικός δήλωσε ότι είδε τραβεστί να παλεύουν λυσσαλέα με τους αστυνομικούς. Ο Craig Rodwell, ιδιοκτήτης ενός βιβλιοπωλείου στην περιοχή, ανέφερε ότι η αστυνομία, ενώ κυνηγούσε τον κόσμο στους δρόμους, ο κόσμος έστριβε στα στενά, καταλήγοντας πίσω από τις αστυνομικές δυνάμεις, περικυκλώνοντάς τις. Πολύς κόσμος σταματούσε τα διερχόμενα αυτοκίνητα και τα αναποδογύριζε, προκειμένου να μπλοκάρει τους δρόμους. Ο Jack Nichols και η Lige Clarke, δημοσιογράφοι του Screw, έγραψαν πως οι αγριεμένοι διαδηλωτές κυνηγούσαν τους αστυνομικούς στους δρόμους, ουρλιάζοντας «Πιάστε τους!».

Κατά τις 4 το πρωί στους δρόμους επικρατούσε ηρεμία, ενώ πολλοί παρατηρούσαν το δρόμο γύρω από το Stonewall Inn, μην πιστεύοντας τα όσα είχαν εξελιχθεί λίγες ώρες πριν. Δεκατρείς άνθρωποι συνελήφθησαν, αρκετοί από το πλήθος χρειάστηκαν τις πρώτες βοήθειες, ενώ τέσσερις αστυνομικοί τραυματίστηκαν. Όσο προχωρούσε η ώρα, εμφανιζόντουσαν διάφορα συνθήματα στους τοίχους του Stonewall … “Drag Power!”, “Ποδοπάτησαν τα δικαιώματά μας!”, “Υποστηρίξτε την Gay Δύναμη!”, “Νομιμοποιήστε τα gay bars!”.

Υπήρξαν ομοφυλοφιλικές οργανώσεις, οι οποίες σχολίαζαν αρνητικά τα γεγονότα του Stonewall, κυρίως γιατί προσπαθούσαν για χρόνια να προωθήσουν μία εικόνα για τους ομοφυλόφιλους, η οποία αντανακλούσε περισσότερο τη straight νοοτροπία, προκειμένου να καταστήσουν την ομοφυλοφιλία περισσότερο ανεκτή από την κοινωνία. Ωστόσο, η εφημερίδα “The Village Voice” έδωσε το χτύπημα κάτω από τη μέση, όταν χαρακτήρισε τους διαδηλωτές ως “λυγιστοί καρποί” και “κουνίστρες”, γεγονός το οποίο οδήγησε στο να ξεσπάσουν νέες ταραχές, όταν ένα οργισμένο πλήθος συγκεντρώθηκε έξω από τα γραφεία της εφημερίδας, απειλώντας να τα κάψει. Διαδηλωτές και αστυνομικοί τραυματίστηκαν εξίσου στην εκρηκτική “μάχη” που ακολούθησε.

Από τότε ακολούθησαν πολλά γεγονότα, συγκεντρώσεις και πορείες, τα οποία συντέλεσαν στην υιοθέτηση μιας πιο επιθετικής στρατηγικής προβολής των gay θεμάτων και διεκδίκησης των δικαιωμάτων των LGBT ατόμων. Θέλοντας ένας διαδηλωτής εκείνης της νύχτας του ’69 να αποδώσει την επικρατούσα ατμόσφαιρα, δήλωσε συνοπτικά … «Τα νέα μαθεύτηκαν! Οι “αδερφές” δεν ανέχονται πλέον την καταπίεση!»



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου